Η Αλληλεγγύη είναι ένα αίσθημα, μία δράση, μία ιδέα ιδιαίτερα σύγχρονη, ταυτόχρονα όμως και πολύ παλιά. Το να παρέχουμε βοήθεια σε άλλους ανθρώπους σα να έχει «ξυπνήσει» πολύ έντονα στην σημερινή κοινωνία, ίσως με αφορμή την ανωνυμία και διχασμό που μπορεί να επιφέρει μία γρήγορη, πιεστική, αστική καθημερινότητα. Η αλληλεγγύη σχετίζεται με έννοιες όπως η συμπαράσταση και η αλληλοβοήθεια. Στηρίζεται στο αίσθημα ενότητας μεταξύ ατόμων που τους συνδέουν κοινά συμφέροντα, στόχοι ή κίνδυνοι. Είναι έννοια κυρίως κοινωνιολογική και αναφέρεται περισσότερο σε ομάδες ανθρώπων, παρά σε μεμονωμένα άτομα. Αφορά τις σχέσεις που αναπτύσσονται και με τις οποίες συνδέονται οι άνθρωποι μεταξύ τους σε μια κοινότητα.

Η αλληλεγγύη και αλληλοβοήθεια εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, αυτό της φιλοκοινωνικής συμπεριφοράς. Η φιλοκοινωνική συμπεριφορά καλύπτει ένα ευρύ φάσμα δράσεων που προορίζονται για να ωφελήσουν ένα ή περισσότερους ανθρώπους. Βασικό χαρακτηριστικό της είναι ο εθελοντικός της χαρακτήρας, και περιλαμβάνει φαινόμενα όπως ο αλτρουισμός, η παροχή βοήθειας και η κοινωνική αλληλεγγύη. Κατά την κοινωνιοψυχολογική έρευνα του φαινομένου έχουν προκύψει, κατά καιρούς, ποίκιλλες προσεγγίσεις, συχνά αντιφατικές μεταξύ τους, σχετικά με τα κίνητρα παροχής βοήθειας ενός ατόμου και μίας ομάδας, αλλά και σχετικά με τις ωφέλειες και τις συνέπειες της. Ένα από τα κυριότερα σημεία διαφωνίας στην επιστημονική κοινότητα είναι και το ποιος ωφελείται πρωταρχικά από την παροχή βοήθειας: ο πάροχος (άτομο είτε ομάδα) ή ο δέκτης. Παρόλο που με μία πρώτη εξέταση ίσως απαντούσαμε χωρίς σκέψη ότι ο δέκτης είναι αυτός που ωφελείται πρωταρχικά και δευτερευόντως ο πάροχος, υπάρχουν στοιχεία στη σχετική βιβλιογραφία που μας οδηγούν στο να στοχαστούμε περαιτέρω πάνω σε αυτό και να αναθεωρήσουμε αυτήν την απάντηση.

Καταρχάς, η έννοια της ωφέλειας από την παροχή βοήθειας συνδέεται στενά με την έννοια των κινήτρων, του τί ωθεί ένα άτομο ή μία ομάδα σε δράση. Ξεκινώντας από το διαπροσωπικό επίπεδο, η βιβλιογραφία έχει διαχωρίσει τα κίνητρα σε δύο μεγάλες κατηγορίες: τα αλτρουιστικά και τα εγωιστικά (Batson, 1991). Ο αλτρουισμός είναι κίνητρο για αύξηση της ευημερίας ενός άλλου ατόμου και έρχεται σε αντίθεση με τον εγωισμό, το κίνητρο για αύξηση της ευημερίας του ίδιου του ατόμου. Στα αλτρουιστικά κίνητρα είναι δευτερογενής συνέπεια η προσωπική ωφέλεια, ενώ στα εγωιστικά πρωτογενής. Η επιστημονική γνώμη διίστανται στο κατά πόσο οι πράξεις των ανθρώπων ωθούνται από αποκλειστικά αλτρουιστικά συμφέροντα, κατά πόσο από αποκλειστικά εγωιστικά συμφέροντα, ή κατά πόσο υπάρχει αλληλοεπικάλυψη μεταξύ αυτών των δύο. Ωστόσο, αυτό που μας δείχνει αυτός ο διαχωρισμός είναι το ότι, από τη στιγμή που, ακόμα και στις πράξεις με αλτρουιστικά κίνητρα υπάρχει προσωπικό όφελος για τον πάροχο, έστω και δευτερογενές (λόγου χάρη, το να σταματήσει να νιώθει αποστροφή στο θέαμα ενός επαίτη), ξεκινάμε από την παραδοχή ότι ο πάροχος βοήθειας, ανεξαρτήτως κινήτρου, ωφελείται αποδεδειγμένα από την πράξη παροχής βοήθειας, καθώς κερδίζει υλικές, κοινωνικές και αυτοπαρεχόμενες ανταμοιβές, ή και αποφεύγει το κόστος που επιφέρει η μη παροχή βοήθειας (Sturmer&Snyder, 2018).

Η έννοια του κόστους είναι εξίσου στενά συνδεδεμένη με την έννοια του οφέλους, ειδικά στην παροχή βοήθειας σε άτομα που δεν ανήκουν στην ίδια κοινωνική ομάδα με τον πάροχο. Οι Sturmer και Snyder (2018) υποστήριξαν ότι οι άνθρωποι θα βοηθήσουν τα μέλη της εξω-ομάδας, εφόσον τα αναμενόμενα ατομικά ή και συλλογικά οφέλη υπερβαίνουν το αναμενόμενο κόστος, που μπορεί να είναι οι αρνητικές αντιδράσεις από τους δέκτες βοήθειας και η τιμωρία από την ενδο-ομάδα. Τα ερευνητικά τους αποτελέσματα (μελέτες για ενσυναίσθηση και ελκυστικότητα) επιβεβαίωσαν ότι τα κίνητρα παροχής βοήθειας σε «αυτούς», ήταν αποτέλεσμα του υπολογισμού κόστους-οφέλους για τον εαυτό. Τα πιθανά οφέλη, μπορεί να είναι, σε ατομικό επίπεδο η αυτοεκτίμηση, οι γνώσεις και ικανότητες κατανόησης, η έκφραση ανθρωπιστικών αξιών, και σε συλλογικό επίπεδο η διατήρηση της διαφοράς ισχύος μεταξύ ενδο-ομάδας – εξω-ομάδας, και η εξάρτηση της εξω-ομάδας από την ενδο-ομάδα.



Εν κατακλείδι, με βάση όλα τα παραπάνω, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι για να απαντήσουμε το ερώτημα αν ο πάροχος της βοήθειας εν τέλει ωφελείται περισσότερο από τον δέκτη, είναι αναγκαίο να το μελετήσουμε με όρους οφέλους και κόστους, σε συνάρτηση με την διάρκεια και τη σημασία του καθενός. Κατά τη γνώμη μου, όταν ο πάροχος βοήθειας έχει μακροπρόθεσμα οφέλη, ενώ ο δέκτης βραχυπρόθεσμα, και σε αντιστοιχία, ο πάροχος έχει βραχυπρόθεσμα κόστη, ενώ ο δέκτης μακροπρόθεσμα, δεν μπορούμε παρά να μην παραδεχτούμε ότι η παροχή βοήθειας φαίνεται να ωφελεί πιο ουσιαστικά τον πάροχο από ότι τον δέκτη.

Ευγενία Κοτταρίδου
Πτυχιούχος τμήματος Ψυχολογίας, ΑΠΘ.